Καρκίνος αιδοίου & κόλπου

Χειρουργική καρκίνου αιδοίου/κόλπου

Ο καρκίνος του αιδοίου είναι σπάνιος όγκος που αφορά τις γυναίκες ηλικίας 60 – 75 ετών, αλλά δεν αποκλείεται να εμφανιστεί και σε νεότερες ηλικίες. Συνήθως είναι τοπικά προχωρημένος κατά την διάγνωση και ένα ποσοστό ασθενών έχουν και άλλη πρωτοπαθή εστία εντοπισμένη στον κόλπο, στον πρωκτό ή στον τράχηλο της μήτρας.

Ο καρκίνος του αιδοίου εντοπίζεται συχνότερα στα μεγάλα χείλη του αιδοίου και ακολουθούν τα μικρά χείλη του αιδοίου, η κλειτορίδα και ο βαρθολίνειος αδένας.

Στις αιτίες πρόκλησης καρκίνου του αιδοίου περιλαμβάνονται η λοίμωξη από ογκογόνο τύπο του HPV και οι προϋπάρχουσες διαταραχές της ωρίμανσης των κυττάρων του αιδοίου.

Κλινικά παρουσιάζεται με κνησμό, άλγος, καύσο, ψηλαφητή μάζα, αιμορραγία.

Η θεραπεία εκλογής στο καρκίνο του αιδοίου είναι η χειρουργική αφαίρεση ενώ προβλέπεται και προχειρουργική ή μεταχειρουργική ακτινοθεραπεία.

Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει από εξαίρεση του καρκίνου του αιδοίου με τοπική εκτομή τουλάχιστον 1 εκατοστό απόσταση από τον υγιή ιστό, έως ριζική αιδοιεκτομή αναλόγως το στάδιο του καρκίνου. Η αφαίρεση των πυελικών λεμφαδένων δεν συμβαίνει συχνά, ενώ αφαιρούνται συνήθως οι λαγονο-βουβωνικοί λεμφαδένες με την τεχνική της τριπλής τομής.
Εάν η χειρουργική θεραπεία είναι αδύνατη ή αρνηθεί η ασθενής, τότε ακολουθεί ακτινοθεραπεία με ριζική ακτινοβολία του καρκίνου του αιδοίου.

Καρκίνος του Κόλπου

Οι καρκίνοι του κόλπου είναι εξαιρετικά σπάνιοι καρκίνοι ( 1-2% των γυναικολογικών καρκίνων). Αφορούν το πλακώδες επιθήλιο και το αδενοκαρκίνωμα του κόλπου. Ο κύριος επιβαρυντικός παράγοντας για την εμφάνισή του είναι ο ιός HPV.

Η διάγνωση γίνεται με κολποσκόπησης και βιοψία πλήρους πάχους του κολπικού επιθηλίου ενώ περιλαμβάνει και πλήρη έλεγχο για την πιθανότητα συνύπαρξης καρκίνου του τραχήλου. Γι αύτό και διενεργείται μαγνητική τομογραφία πυέλου.

Η πλέον σύγχρονη χειρουργική θεραπεία του καρκίνου του κόλπου που εφαρμόζουμε, είναι η λαπαροσκοπική ριζική Κολπεκτομή με διατήρηση του κάτω υπογάστριου πλέγματος. Απαιτεί μεγάλη εμπειρία και γνώση όχι μόνο της ανατομίας των περιτοναϊκών δομών αλλά και της πυελικής νευροανατομίας. Η μέθοδος ελαχιστοποιεί μακροχρόνιες επιπλοκές στην λειτουργία του ουροποιητικού συστήματος και να προσφέρει καλύτερη ποιότητα ζωής στις ασθενείς που υποβάλλονται σε ριζική υστερεκτομία με ταυτόχρονο λεμφαδενικό καθαρισμό.